Ποίηση

Όμικρον ένα κατά το δύο μηδέν δύο

Σαμοθράκη, NIKI BEACH,

το απόγευμα της πέτρας

που τραυματίστηκε μπλέ.

Η πέτρα ρουφά το πάφλασμα και συ αναρωτιέσαι: Όμικρον ένα και

κανένα σημάδι στο άπλωμα του οφθαλμού.

Περαστικοί ζουν,

ξενoιασιά, χαμηλά το καπέλο, περπάτημα ρέμπελο

και     ν ά τ η   η   ζ ω ή   να  δ ί ν ε τ α ι.

Το νερό φουρφουρίζει και ξανά,

η καρδούλα αρπάζεται, πιτσιλιές χοροπηδούν τρεκλίζοντας

και ξανά,

ΧΑΡΑ

Τη λέγανε Φιφή και η κοιλιά της θα

ξερνούσε ζωή, τη σκέφτηκες, την έψαξες, θα την ταΐσεις

γουρρρ.

Τα θαλασσοπούλια τέσσερα,

ο άσπρος φωτίζει άλλα, το ιώδες έσβησε,

το μπλέρουά το σκούρο βρόχος κι απλωσιά

κι όλα αυτά σε οδηγούν στο δύο μηδέν δύο.

Kαι ξανά τα ρέμπελα τα βήματα,

αυτά τα ίδια, τ’ ανοιχτά στο πλάι,

αυτά με το καπέλο, τα γνωστά.

Log in